Από τις Παραγκουπόλεις στον Πύργο του Άιφελ: για την «αξία» στην τέχνη

Θεόδωρος Ρακόπουλος

Διαδραματίζεται, αυτόν τον καιρό, στην Αθήνα, η 4η Biennale. Ανάμεσα σε άλλα, εξάλλου, στις 12 Οκτώβρη, διοργανώνεται κι ένα workshop για την έννοια της «Αξίας».  Δεν είμαι κριτικός τέχνης, κι οι αναφορές που ακολουθούν διατηρούν μια αυστηρά προσωπικού χαρακτήρα καταλογογράφηση και δεν αξιώνουν καμία από τις (συχνά κανονιστικού χαρακτήρα) προθέσεις των κειμένων όσων επαγγέλλονται την εικαστική κριτική, παρουσίαση, διακίνηση και εμπορία. Θα προσπαθήσω μόνο, ακροθιγώς, να προσεγγίσω ένα περιστατικό που αφήνει πολλαπλές -κι αντικρουόμενες αναγνώσεις και αξιολογήσεις- για ένα έργο τέχνης, και για το έργο τέχνης.

 Στο κείμενο που ακολουθεί, θα άξιζε, ίσως, μια αδρομερής αναφορά στην «σκηνή» της χώρας, καίτοι έχω έρθει σε επαφή μαζί της σε ελάχιστο βαθμό. Θα προτιμήσω πάντως να θέσω επί τάπητος ένα ζήτημα που εξωκοίλει από την νοτιοαφρικανική πραγματικότητα και μπορεί να αποτελέσει ένα ζήτημα που να μας φέρει ενώπιον της «αξίας» της τέχνης στο ευρωπαϊκό συγκείμενο. Προεξοφλώ πως η πρόθεση του κειμένου είναι όχι η αντίστιξη διαφορετικών «παραδόσεων» ή «regimes of value» με την έννοια που προσδίδει ο Appadurai στο θέμα (ιδιαίτατα επιδραστική στους κύκλους της καλλιτεχνικής κριτικής) όσο ακριβώς η συζήτηση της συγκρουσιακής επαλληλίας των εκκλήσεων για προσδιορισμό της «αξίας» του έργου τέχνης ταυτόχρονα στα αλληλοεπιδρώντα regimes of value της Νότιας Αφρικής των παραγκουπόλεων και της Γαλλίας των Chants Elysees.

Η χώρα έχει πολλές κι άγριες πρωτιές, που της διασφαλίζουν μια διόλου ζηλευτή, πάντως πρωτότυπη -όσο και αποτροπιακή- θέση ανάμεσα στις μεγάλες οικονομίες του κόσμου: η χώρα με τους περισσότερους ασθενείς HIV/AIDS στον κόσμο, η χώρα με τον υψηλότερο δείκτη εγκληματικότητας, βίαιου εγκλήματος και δη βιασμών στον κόσμο, η χώρα με ίσως τον υψηλότερο δείκτη κοινωνικής ανισότητας στον κόσμο, η χώρα –ακόμη και σε συμβολικό επίπεδο- όπου η Φύση (η wildlife, η «άγρια ζωή») μπορεί να διαλύσει το ανθρώπινο υποκείμενο κάτω από το βάρος οπλών ή νυχιών.

Η Νότια Αφρική έχει μία από τις πολύ ζωντανές, και πολιτικοποιημένες σκηνές τέχνης στην συγχρονία. Οι Νοτιοαφρικανοί εικαστικοί δημιουργοί συχνά κάνουν έκκληση –με έργα που απλώνονται σε μια γκάμα υλικών– σε ταυτοτικά ζητήματα, όπου το συλλογικό και οι διχαστικές ροπές εντός του (τόσο έντονες, σε μια χώρα που έγινε δημοκρατία μόλις το 1994, μετά από μισό αιώνα απάρτχαϊντ και 150 χρόνια αντεγκλήσεων ανάμεσα σε λίγο πολύ όλες τις κοινότητές της). Η βαθιά ιστορική υλακή της φυλετικής διάκρισης σήμερα διερευνάται πολλαπλά: αλλά σε μια αχανή χώρα με 11 επίσημες γλώσσες και ηγετικό ρόλο στην δεύτερη πιο μεγάλη ήπειρο του κόσμου, είναι εύλογο οι εικαστικές ατραποί να περιπλέκονται με μια σωρεία άλλων ζητημάτων. Σαν τις ανισόπεδες λεωφόρους πάνω από το  αποκαλυπτικό τοπίο της περιφέρειας του Γιοχάνεσμπουργκ, την οποία λυμαίνονται ορυχεία χρυσού και πλατίνας (80% της παγκόσμιας εξόρυξης του πολύτιμου υλικού), με τα ανοιχτά σπλάχνα της γής ορθά στην επιφάνειά της, έτσι και οι εικαστικές αυτές ροπές συχνά δεν συναντώνται ποτέ: διαθλώνται στα σημεία του αστικοποιημένου αφρικανικού τοπίου και ίσως στον ορίζοντα, η παραλληλία τους φαίνεται (συχνά ως οπτασία) να συγκλίνει. Οι διερευνήσεις του σώματος και της σωματικότητας, της υγείας, και της ενσώματης κι έμφυλης διάστασης του ιστορικού εγώ είναι μία τέτοια δεσμίδα παράλληλων, επάλληλων και οριζοντιακά συγκλίνοντων γραμμών, ροών και ροπών.

Αυτές η αχτίδα διερεύνησης της σωματικότητας διαθλάται, νομίζω, μέσα από το πρίσμα της Αλλαγής σε μια ίριδα ζητημάτων (ας μην ξεχνάμε πως η Νότια Αφρική είναι το αποκαλούμενο «rainbow nation»: το έθνος-ουράνιο τόξο) από την οποία θα μπορούσα, για την οικονομία αυτού του άρθρου, να απομονώσω έναν χρωματισμό: πρόκειται για την σωματικότητα όπου η παρουσία του καλλιτέχνη έχει το αποτύπωμα και την σημασιολογία του υποκειμένου, του αντικειμένου, και τελικά του αποκειμένου.

Θα αναφερθώ εδώ, ακροθιγώς, την περίπτωση ενός έργου που έφερε το νοτιοαφρικανοικό γκροτέσκο στην καρδιά του Ευρωπαϊκού καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος (αλλά και της προσοχής των γαλλικών μέσων ενημέρωσης εν γένει). Στήβεν Κοέν. Νοτιοαφρικανός Εβραίος περφόρμερ, πασίγνωστος στην πατρίδα του. Συνελήφθη βίαια στο Παρίσι για προσβολή της δημοσίας αιδούς πριν λίγες μέρες. Θα δικαστεί – κι αν καταδικαστεί, θα προτιμήσει να φυλακιστεί παρά να πληρώσει το δεινό πρόστιμο.


Το έργο που παρουσίασε -και που οδήγησε στην σύλληψή του, στη διάρκεια της εκτέλεσή του- ήταν η κινούμενη, κυβοργική queer μορφή του, με έναν ζωντανό και περιπατητή κόκκορα δεμένο με λουρί στο πέος του. Τον πετεινό ο ίδιος αποκαλεί Frank Gallus Gallus. Περιττό να σημειώσω πως ένα πετεινάρι είναι το σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας, και πως τόσο το frank όσο και το gallus (λατ., κοκκόρι) παραπέμπουν ετυμολογικά στην φραγκία/γαλλία – τη χώρα του Διαφωτισμού.

Τώρα. Δεν είμαι φίλος της περφόρμανς αρτ (επιτελεστικής τέχνης, ανθρωπολογιστί). Την βαριέμαι γενικά (με αποτέλεσμα να μαλώνω με φίλους). Αλλά. Υπάρχουν κι όρια στην ανοησία της κρατικής καταστολής. Και χίλιες φορές περφόρμανς κι ας βαριέμαι παρά εκκλήσεις στον ετεροκανονικό Διαφωτισμό που σκοτώνουν την δημιουργικότητα – και τους δημιουργούς. Και πράγματι, όπως δήλωσε ο Κοέν, “η Γαλλία είναι καλό μέρος για τις τέχνες. Αλλά όχι αυτόν τον αιώνα”.

Εξηγούμαι όσον αφορά το βιογραφικό του Κοέν: ανέφερα πως είναι ΝοτιοΑφρικανός και Εβραίος (να προσθέσω, κι ομοφυλόφιλος) διότι πρώτον έχει κάνει περφόρμανς στις παραγκουπόλεις του Γιοχάνεσμπουργκ όπου θα μπορούσε ο ντόπιος πληθυσμός να τον προπηλακίσει για τις τρέλες του και δεύτερον έχει μια εμμονή με την εβραϊκή ταυτότητα (τατουάζ αστέρι του Δαβίδ στο κρανίο του, κτλ). Θα μου πει κανείς, και τι σημασία έχουν αυτά. Μα η επιτελεστική τέχνη είναι ενσωματωμένη γνώση, και συμβολική/κοινωνική εμπειρία που φέρει το σώμα στην διάρκεια της επιτέλεσης: ο καλλιτέχνης είναι το έργο. Κι εδώ, μου φαίνεται ενδιαφέρον να υπάρχει ανοχή προς το αποκειμενικά διαφορετικό στα townships και να μην υπάρχει στο κέντρο του Παρισιού. Η φιγούρα του Κοέν δεξιώθηκε ως αποκείμενη στο παρισινό τοπίο, αλλά εγκολπώθηκε στο επιφανειακά γκροτέσκα, αλλά ίσως βαθύτερα αρμονικότερο, τοπίο της πατρίδας του.

Αλλά αυτό δεν λέει πολλά για την αξία της τέχνης stricto sensu, όσα λέει για την πρόσληψή της σε διαφορετικές ηθικοαισθητικές τάξεις. Η αισθητική τάξη δεν είναι οικουμενική – κι αυτό που στην εντόπια υποκειμενικότητα μπορεί να φαίνεται ανυπόφορο, στον γείτονα, μια θάλασσα πιο πέρα μπορεί να φαίνεται υπέροχο.

Βέβαια, η αξία της τέχνης είναι αναπόσπαστα δεμένη με την κοινωνική και ιστορική της πρόσληψη και δεν μπορεί να φυσικοποιείται σε μιαν αόριστη στρατόσφαιρα αναφοράς. Δεν υπάρχει, λοιπόν, αξία στο καλλιτέχνημα που να είναι ‘ουσιοκρατικής’ φύσης.

Η τέχνη βέβαια  είναι -και- ο τρόπος που δεξιώνεται το καλλιτέχνημα ο “κόσμος”. Το θέμα είναι, πως υπάρχουν πολλοί κόσμοι, και κάποιοι είναι λιγότερο ανεκτικοί από άλλους (βλ. θεσμική Γαλλία, εν προκειμένω).

πηγή εικόνας: http://www.timeslive.co.za/thetimes/2013/09/13/cohen-crows-in-paris

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s